Η Δικαιοσύνη προέχει του «ντιμπέι»

Η παρουσίαση του ψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ στην Α΄ Θεσσαλονίκης. Επί σκηνής, βλέπετε τους υποψηφίους και συγχρόνως τους θεατές της παρουσίασης. Είναι τα ίδια πρόσωπα, διότι, πέραν των τηλεοπτικών συνεργείων που είχαν στηθεί στο βάθος, δεν υπήρχε άλλος στην αίθουσα. Ηταν μια παράσταση που οι υποψήφιοι έδωσαν για τον εαυτό τους…

 

Είμαι βέβαιος ότι και εσείς, όπως εγώ, νιώθετε την ίδια απελπισία: τι θα κάνουμε τώρα χωρίς «ντιμπέι», αφού ματαιώθηκε; Και επειδή ο σκοπός της στήλης είναι και χρηστικός (με συμβουλές για το σπίτι και τον ελεύθερο χρόνο…) σπεύδω να σας δώσω την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα: θα κάνουμε ό,τι πάντα· δηλαδή, τίποτε. Το βλέπαμε το «ντιμπέι» όταν γινόταν; Αμφιβάλλω. Προσωπικώς, δεν έχω φίλους οι οποίοι να έχουν παρακολουθήσει το συγκεκριμένο τηλεοπτικό θέαμα τα τελευταία χρόνια. (Ακριβέστερα, δεν ξέρω να έχω φίλους οι οποίοι να παραδέχονται ότι βλέπουν το «ντιμπέι»· διότι, με τόσες ανωμαλίες που κυκλοφορούν, μπορεί να υπάρχουν κάποιοι, οι οποίοι κλειδώνονται με το λάπτοπ στην τουαλέτα και παρακολουθούν «ντιμπέι» με τα σάλια να τους τρέχουν, ενώ λένε ότι βλέπουν τσόντες στο Ιντερνετ – ποτέ δεν ξέρεις.) Επομένως, όπως άλλες φορές γινόταν το «ντιμπέι», αλλά εμείς δεν το βλέπαμε, έτσι και τούτη τη φορά δεν θα το δούμε. Τι κι αν γίνεται, τι κι αν δεν γίνεται, αφού δεν το βλέπει κανείς, εκτός από τους επαγγελματίες;

Αυτός ήταν και ο βαθύτερος λόγος, νομίζω, για τον οποίον δεν έγινε τελικά το «ντιμπέι». Βεβαίως, υπήρξαν σκοπιμότητες από κάθε πλευρά – ο καθένας τους είχε τους δικούς του λόγους για να θέλει να το αποφύγει. Ισως περισσότερο ο πρωθυπουργός, που θα υφίστατο την κριτική και τις επιθέσεις όλων. Η επιμονή του στην ημερομηνία της 1ης Ιουλίου, είτε ήταν προσχηματική είτε όχι, είχε πάντως τη λογική της, με την έννοια ότι ο Τσίπρας θα συμμετείχε υπό συνθήκες οι οποίες ήσαν σχετικά ευνοϊκές για τον ίδιο: το καημένο το παιδί, που ήλθε κατευθείαν από τις Βρυξέλλες, που είναι και μηχανικός (άσχετο, αλλά πάντα κολλάει), που όλοι τον χτυπάνε κ.λπ.

Ανεξαρτήτως, όμως, των σκοπιμοτήτων του καθενός, το «ντιμπέι» δεν έγινε επειδή στο βάθος όλοι τους καταλαβαίνουν ότι δεν έχει καμία χρησιμότητα, παρά μόνον για να καμαρώνουν οι φουκαράδες τύπου Λεβέντη.

Το «ντιμπέι», στην πραγματικότητα, το επέβαλε η τηλεόραση και εξελίχθηκε επάνω στα χνάρια του δημιουργού του: ως προς το περιεχόμενο, κούφιο, σαχλό και ανούσιο, όπως η ιδιωτική τηλεόραση· ως προς τη μορφή του, καταθλιπτικά γκριζοπράσινο, μίζερο και κακοφωτισμένο, όπως και η κρατική –στις μέρες μας, κυβερνητική– τηλεόραση. Το «ντιμπέι» ήταν σαν μια βαρετή σχολική εορτή, όπου το κάθε παιδάκι λέει το ποίημά του και χαίρετε. Ποιον μπορεί να ενδιαφέρει, εκτός από τους γονείς των παιδιών; Καλύτερη είναι, νομίζω, η παρομοίωση με τη δοξολογία του νέου έτους, παρουσία των εκπροσώπων της πολιτικής ηγεσίας, οι οποίοι είναι κατά κανόνα ό,τι πιο δεύτερο έχει να δείξει η Βουλή. Διότι φαντάζομαι ότι μόνον οι ακραία ψωνισμένοι με τις τιμές και τις ρεβεράντζες χαραμίζουν έτσι το πρωί της Πρωτοχρονιάς. Βάζω στοίχημα ότι, αν διεξαχθεί μια σοβαρή και εις βάθος έρευνα, από έγκριτους επιστήμονες, θα αποδειχθεί ότι οι μόνοι που απαντούν θετικά, στην ερώτηση αν τους αρέσει το «ντιμπέι» των πολιτικών αρχηγών όπως το κάνουμε εδώ, είναι εκείνοι που απαντούν θετικά και στην ερώτηση αν τους αρέσει το νοσοκομειακό φαγητό.

Οσο για το επιχείρημα ότι το «ντιμπέι» δήθεν επιτρέπει στους πολίτες να ενημερωθούν και να επιλέξουν, έχει νόημα μόνον εφόσον η συζήτηση αφορά τους κανόνες λειτουργίας των οίκων ανοχής: να δει ο πελάτης, για να διαλέξει. Η πολιτική επικοινωνία, όπως ασκείται σήμερα και με τα σύγχρονα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους πολιτευόμενοι και ψηφοφόροι, έχει ξεπεράσει το «ντιμπέι» με τη μορφή που το κάνουμε εμείς. Το επιχείρημα είναι υποκριτικό από πλευράς εκείνων που το χρησιμοποιούν, αφού η διαδικασία έχει ασήμαντη τηλεθέαση, αλλά και υποτιμητικό για εκείνους στους οποίους απευθύνεται, δηλαδή τους ψηφοφόρους. Διότι είναι υποτιμητικό όταν όλοι ανεξαιρέτως κρίνονται με τα μέτρα που ισχύουν για τους πολύ ηλίθιους, τους σχεδόν καθυστερημένους.

Είναι μάλιστα πολύ σωστό ότι λέμε «ντιμπέι» αντί για «ντιμπέιτ», διότι αφού δεν μπορούμε να το κάνουμε σωστά, δεν υπάρχει λόγος και να το λέμε σωστά. Το αληθινό «ντιμπέιτ» δεν έπιασε στην Ελλάδα, για τον ίδιο λόγο που έπιασε και πέτυχε και γνώρισε θριάμβους ένα άλλο τηλεοπτικό προϊόν: η κλωτσοπατινάδα με Γιακουμάτους και ό,τι άλλο χειρότερο διαθέτει η εκάστοτε Βουλή. Το «ντιμπέι» το δικό μας, λοιπόν, δεν είναι θεσμός. Ενα άθλημα είναι που ξεπεράστηκε μαζί με την εποχή του, όπως π.χ. η ξιφομαχία, αφότου –για λόγους τους οποίους ειλικρινά ποτέ δεν κατάλαβα!– απαγορεύθηκε να πληγώνονται ή να σκοτώνονται οι ξιφομάχοι, οπότε εκφυλίστηκε σε αυτό το χορευτικό που λέγεται σήμερα «ξιφασκία».

Το πράγματι σημαντικό σε αυτές τις εκλογές –ίσως το σημαντικότερο, αφού αγγίζει τον κορυφαίο σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία θεσμό– είναι εκείνο το οποίο επισήμανε ο Τάκης Πικραμμένος, όπως πάντα με τη φυσική διακριτικότητα που τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο. Το στήσιμο της υπόθεσης Novartis και, εν τέλει, η κατάρρευσή της πρέπει να ερευνηθούν, διότι εδώ υπάρχουν σοβαρότατα στοιχεία, που υποδεικνύουν ότι η απερχόμενη κυβέρνηση ξεπέρασε κάθε όριο στην προσπάθειά της να χειραγωγήσει τη Δικαιοσύνη, με σκοπό τη συντριβή των πολιτικών αντιπάλων της. Η Δικαιοσύνη είναι, λοιπόν, ο θεσμός που κινδύνευσε σοβαρά από την πρώτη φορά Αριστερά και αυτόν οφείλουμε να προστατεύσουμε με την ψήφο μας στις 7 Ιουλίου.

 

kathimerini.gr / Στέφανος Κασιμάτης

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΝΕΑ

Recommended For You